29
Jul
13

σκατά με φράουλες

Θυμάσαι εκείνη τη βλακεία που λέγαμε στο σχολείο; “Τι θα φάτε σήμερα; Σκατά με φράουλες”. Εδώ και μέρες σκέφτομαι ότι κάπως έτσι έχουμε κάνει όλη τη ζωή μας. Πώς πάει η δουλειά; Νταξ, μωρέ, ξέρεις, η Μαρία απολύθηκε. Η αγάπη σου; Νταξ, μωρέ, όπως τα ξέρεις. Το κίνημα; Νταξ, μωρέ, ξέρεις, είναι καλοκαίρι. Γενικά σκατά με φράουλες. Όλα. Και έχεις και κάτι ενοχές για όλα. Ότι δεν τα πάλεψες, δεν τα παλεύεις αρκετά. Κι έχεις και κάτι νύχτες που σε τρώει η αγωνία μην έχεις πάρει τη ζωή σου λάθος, μην δεν έχεις βάλει το σωστό σημείο στίξης στο ποίημα. Και έχεις και κάτι ημικρανίες που όταν έρχονται ξεχνάνε να φύγουν. Και σε πιάνει και ένας πόνος στο στήθος, αλλά θα είναι από το τσιγάρο. Την υγειά μας σε γενικές γραμμές την έχουμε. Σκατά με φράουλες. Μερικές φορές, δε, επινοείς τις φράουλες εκεί που δεν υπάρχουν καν. Ούτε καν αυτό δεν μπορείς να κάνεις, να αντιμετωπίσεις τα σκατά μόνα τους. Και λες «υπάρχουν όμως και οι φράουλες». Και ολόγυρα βρωμάνε οι ψόφιες γάτες. Πνίγονται οι μέρες στα σκατά. Και εσύ βγάζεις φωτογραφίες σε παραλίες για να δείξεις ότι έχεις και φράουλες. Σε ποιον, δεν έχω καταλάβει. Αφού όλοι ξέρουν, όλοι το ίδιο μενού με σένα τρώνε. Αλλά όλοι το ίδιο κάνουν. Χωρίς αθωότητα πια για τη μετριότητα. Γιατί υπήρξαμε και πιο νέοι και πιο αγωνιστικοί και πιο αυθόρμητοι και πιο έντιμοι. …Και ολόγυρα τα ψάρια τρώνε σάρκες ανθρώπινες κι εσύ φωτογραφίζεσαι στα βραχάκια με τσαχπίνικα γελάκια. Σκατά σκέτα και πίστεψέ το, βλάκα. Δεν θα νικήσουμε, ούτε την προσωπική, ούτε την κοινωνική μας μιζέρια, αν δεν σταματήσεις να νομίζεις ότι οι φράουλες μπορούν να καλύψουν τη μπόχα και την αηδία.

(γράφει η fata morgana)

998053_10201713652989438_793117983_n

08
Jul
13

γραμμένο σε δύο στιγμές που για σένα και για μένα περισσεύουν

Κυριακή απόγευμα στην παραλιακή. Έξι γερανοί αλφαδιάζουν τον ορίζοντα. -Ο Σακκάς πεθαίνει.- Μια γέφυρα στη Συγγρού φωνάζει “Απεργία”. -Ο Σακκάς πεθαίνει.- Τα φανάρια αναβοσβήνουν, οι κάδοι ξεχειλίζουν, το ασυντόνιστο ραδιόφωνό μου ψάχνει σταθμούς -ο Σακκάς πεθαίνει. Η ώρα είναι 8. Για μένα. Και για σένα. Για τον άλλον είναι η ώρα που κάποιο ζωτικό όργανο παθαίνει ανεπανόρθωτη βλάβη.
Για τον άλλο σήμερα δεν είναι Δευτέρα, 8 Ιουλίου του σωτηρίου έτους 2013, είναι η μέρα που μπορεί να πεθάνει. Και ναι, μπορεί κι εγώ κι εσύ, βγαίνοντας από το σπίτι μας να πέσει πάνω μας ένας περιπλανώμενος μετεωρίτης, αλλά καταλαβαίνεις πολύ καλά ότι εγώ κι εσύ, μάλλον, γεροί και δυνατοί θα επιστρέψουμε στις αγωνίες ή την πλήξη μας σήμερα το βράδυ. Και θα έρθει η επόμενη μέρα να σαρκάσει λίγο ακόμα την υπομονή μας. Θα έρθει η μεθεπόμενη να αλλάξει τα λουλούδια στα βάζα, εδώ και πολύ καιρό υπάρχει μπόχα και γύμνια μέσα στο σπίτι αλλά την καλύψαμε με εντυπωσιακές φασαρίες και κακόγουστες φωτογραφίες.
Ο Σακκάς πεθαίνει. Σ’ αρέσει, δεν σ’ αρέσει η επιλογή του, συμφωνείς, δεν συμφωνείς με την απόφασή του, πεθαίνει. Μόνος και όρθιος. Ή που θα σωπάσεις ή που θα ψάξεις για τους δήμιους.

1287_10201548054049568_957104782_n(fata morgana)

01
Jun
13

να ‘ναι πολλά και να φαίνονται λίγα

Μέχρι τα 37 η πορεία πήγε με ασυνέχειες, αντιφάσεις, με βαριά λαϊκά και χέβυ μέταλ, ακολουθώντας κατά γράμμα το μάνιουαλ της διαλεκτικής. Ανάμεσα στην «ολόπικρη νόηση» και την «ατέλειωτη νεότητα» διάλεξα αναφανδόν τη δεύτερη. Ίσως γι’ αυτό και η πρώτη με επισκέπτεται συχνά. Νόμοι του Μέρφι που έγιναν σκόνη από τύχη και πείσμα και άλλοι που επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά. Πολλές δουλειές ή καθόλου, λεφτά για να περνάμε καλά ή ίσα-ίσα για να βγαίνουν οι λογαριασμοί, δυο-τρεις μεγάλοι έρωτες, πολλοί υπέροχοι φίλοι, ένα παιδί. Εντάσεις, γέλια, καταθλίψεις, ξενύχτια και κλεισίματα. Τρεξίματα, ανάγκες που ικανοποιήθηκαν και αγωνίες που με κάνουν να χάνω τον ύπνο μου, μάχες που έδωσα και στιγμές που αναμετρήθηκα με φόβο και σφιγμένα χέρια, καθρέφτες που με έβγαλα μικρή και άλλοι που έσπασαν γιατί δεν με χώρεσαν.
Να μην ξεχάσω μετά τα 37: να ξαναδοκιμάσω το καστανό πριν πάω στην πλατίνα, να γράψω κάτι να το θυμάται ο γιος μου, να μεταφράσω εκείνο το βιβλιαράκι, να μάθω να χορεύω κρητικά, να μην ξεχνάω να πηγαίνω στο γιατρό, λιγότερο κάπνισμα, λιγότερος καφές, ένα ακόμα «για πάντα», πολλοί ακόμα φίλοι και μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη για τη γενιά μου όλη δηλαδή, αυτή τη γενιά που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι είναι πολύ γαμάτη, που νοίκιασε σπίτι νωρίς, πήρε αυτοκίνητο με δόσεις που πλήρωνε μόνη της, ταξίδεψε νωρίς και πολύ, άκουγε ωραίες μουσικές και φωτογραφιζόταν σε παραλίες και ευρωπαϊκούς πύργους και νόμιζε ότι θα αλλάξει και τον κόσμο. Και ήρθε και σφηνώθηκε μετά, απότομα, σε αυτή τη λακκούβα της ιστορίας και ξενοίκιασε τα σπίτια, πούλησε τα αυτοκίνητα και ζητάει δανεικά από τους γονείς να βγει για μπίρες. Και ελπίζει ακόμα να βάλει ένα χεράκι να αλλάξει τον κόσμο.

(fata morgana)

10-andre-kertesz

29
Sep
12

όλα συνεχίζονται…

τα χτυπήματα που δεχόμαστε κατά καιρούς από φασίστες είναι παράσημα, φορεμένα πάνω μας περήφανα, με την δίψα για εκδίκηση των «από κάτω». Τίποτα δε θα μείνει αναπάντητο, τίποτα δε θα πάψει τον πόλεμο για ελευθεριά και δικαιοσύνη, για αναρχία και κομμουνισμό.

 

(μαντρακούκος)

02
Jul
12

η επώαση των αυγών

Ήταν την πρώτη ή τη δεύτερη χρονιά που δούλευα ωρομίσθια σε δημοτικά σχολεία στο Μενίδι. Μία μέρα, ένας μαθητής μου της πέμπτης δημοτικού είπε σε κάποιο συμμαθητή του, με περηφάνια, ότι ο ξάδερφός του είναι στη Χρυσή Αυγή. Τον φώναξα και τον ρώτησα αν ήξερε τι είναι η Χρυσή Αυγή. Αποφάσισα πώς εκείνη την ημέρα, τα γαλλικά και το αναλυτικό πρόγραμμα δεν ήταν άμεση προτεραιότητα και αφιέρωσα την ώρα μου στο να μιλήσω στα παιδιά μου για το ναζισμό. Κάποια, λίγα, κάτι είχαν ακούσει για το Χίτλερ, για τους Εβραίους, για τον πόλεμο, σε γενικές γραμμές τα κεφαλάκια τους ήταν παραδομένα στο χάος και τη σύγχυση. Τα παιδιά διδάσκονται το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην έκτη δημοτικού. Αν προλάβουν. Και όπως. Μέχρι τότε, είναι έρμαια της πλύσης εγκεφάλου από την τηλεόραση, τον ξάδερφο χρυσαυγίτη, τους γείτονες και τους συγγενείς που κλείνουν τα μαγαζιά τους και φταίνε οι μετανάστες, της ανύπαρκτης παρουσίας των γονιών τους.
Την επόμενη χρονιά, μπαίνω στην τάξη για μάθημα και ανακαλύπτω πάνω σε ένα θρανίο ένα αγκυλωτό σταυρό. Ρωτάω ποιος τον έφτιαξε. Δεν είναι εκεί, κάνει γερμανικά, μου λένε τα παιδιά μου. Στο διάλειμμα μου υποδεικνύουν τον «καλλιτέχνη». Τον ρωτάω αν ξέρει τι είναι αυτό που ζωγραφίζει (επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για παιδιά 11-12 χρόνων). Δεν θέλει να μου μιλήσει, με βρίζει μέσα από τα δόντια του. Πηγαίνω σοκαρισμένη στο γραφείο των δασκάλων και περιγράφω το περιστατικό. Οι συνάδελφοι με αντιμετωπίζουν κάπως συγκαταβατικά, κάπως σαν συμπαθή γραφική γελοιότητα. Ναι, αυτό το παιδί έχει πρόβλημα γενικά, δεν διαβάζει, τσακώνεται με τους πάντες, είναι χαζό (sic). Ναι, ρε παιδιά, αλλά ζωγραφίζει και σβάστικες! Οι γονείς του είναι ενημερωμένοι; Έχει μιλήσει κανείς στα παιδιά για το ναζισμό; Χτυπήματα στην πλάτη, ναι, μωρέ, έχει προβλήματα λέμε.
Μετρώντας τα χρόνια, εκείνα τα παιδιά φέτος πρέπει να ψήφισαν για πρώτη φορά. Δεν έχω πολλές ελπίδες για το τι ψήφισαν. Δεν έχω πολλές αμφιβολίες για το πώς περνάν τον ελεύθερο χρόνο τους. Έχω όλο και περισσότερες ενοχές και αγωνίες για το τι είδους πλάσματα πέρασαν από τα χέρια μας. Πόσα άραγε από αυτά θα μπορούσαμε να είχαμε σώσει; Πόσες αβλεψίες και παραλείψεις δικές μας έβαλαν το λιθάρι τους στη δημιουργία και γιγάντωση του τέρατος; Πόσο δύσκολο είναι να βάλουμε σε μυαλά και ψυχές παιδιών από την Ελλάδα, την Αλβανία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, παιδιά ρομά, παιδιά από εργατικές οικογένειες ως επί το πλείστον, ότι ο ρατσισμός είναι η ιδεολογία εναντίον των φτωχών;

(Fata Morgana)

09
Mar
12

burning

Είναι μερικές λέξεις, μερικές σειρές λέξεων, που θα θελα να ‘χα μια φωνή άγρια να τις τραγουδάω. Προχθές, στο πάρκο κάτω από το παλιό σου σπίτι, εκεί στα δροσερά, στα κόκκινα και στα χρυσά σκοντάφτεις πάνω μου και φεύγεις τρέχοντας. Όπως κι όταν ήρθες παραπατώντας, δεν πρόλαβα να καταλάβω γιατί. Με θυμάσαι, μου φάνηκε, από παλιά και δεν αλλάξαν και πολλά, τίποτα καινούριο να πούμε. Ναι, τα παιδιά εξακολουθούν να τρέχουν τους δρόμους τις νύχτες, ναι, οι μέρες μας παραμένουν μίζερες. Από το κρεβάτι στην καρέκλα, σε μια οθόνη ή στις μηχανές, κι από κει στην πύλη, να ξεκινά η μέρα λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Τι ζωή είναι αυτή, τι να σου αφηγηθώ για τις εποχές που κλείνουν; Οι νύχτες μόνο, μόνο αυτές. Οι μελωδίες, οι μελωδίες μόνο μας σώζουν, οι στίχοι μας πονάνε, λυγίζουμε κάτω από το βάρος τους, ανεπαρκείς κι ανώφελοι. Αυτό το Όλον πρέπει να γκρεμιστεί πριν καταφέρουμε να βρεθούμε πάλι.

«Άραγε υπήρξαμε ποτέ; στα όνειρά μας!»

(μαντρακούκος)

01
Mar
12

Αν σου βαστάει, έλα..

Δοκίμασε να τραγουδήσεις ανεβαίνοντας τη λεωφόρο και χοροπήδα στις πλάκες του πεζοδρομίου για να μην πατήσεις τη γραμμή και ανοίξει το πεζοδρόμιο και σε καταπιεί το μπετονένιο στόμα. Και το βράδυ, την ώρα που έρχεται ο εφιάλτης να σε πάρει, βάλε τη μαύρη κάπα σου και πέτα από το παράθυρο. Και όταν πεις εκείνη τη λέξη που θέλει ξόρκισμα μετά, μην χτυπήσεις ξύλο, χτύπα τη γροθιά σου στο τραπέζι και πες «αν σου βαστάει, έλα». Έτσι μάθε να περνάς τις μέρες. Με νέα κόλπα, δεν είσαι λύκος, μπορείς να μάθεις ακόμα πολλά. Και κυρίως, κυρίως να θυμάσαι να μην κλειδώνεις την πόρτα το βράδυ. Ακούς; Ο διάβολος είναι το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί όταν το φως δεν θα είναι πια εδώ.

 

Image

(Fata Morgana)